Central Macedonia · Archaeological Site
Παλαιοχριστιανική Αμφίπολις
Who we are
Η παλαιοχριστιανική Αμφίπολις εντοπίζεται στο μέσον σχεδόν της αρχαίας Αμφίπολης και καταλαμβάνει μικρό τμήμα από την κορυφή του χαμηλού λόφου όπου τοποθετείται η ακρόπολη των κλασικών χρόνων. Ορίζεται από δικό της περίβολο. Ο περίβολος με συνολική περίμετρο 1105 μ. σχηματίζει ακανόνιστο ορθογώνιο με μια προέκταση στη βοριοανατολική γωνία. Η νότια πλευρά συμπίπτει με την πορεία του νοτίου σκέλους της αρχαίας ακρόπολης. Σώζεται σε ύψος που ποικίλει από 0,50 μ. έως 1,50 μ. και πλάτος που κυμαίνεται από 1,65 μ. έως 2,75 μ. Έχει δύο κύριες πύλες στον άξονα βορρά-νότου και τρεις πυλίδες. Ενισχύεται κατά διαστήματα με τετράπλευρους πύργους και έναν κυκλικό στη βοριοανατολική γωνία. Παρουσιάζει επιδιορθώσεις, συμπληρώσεις και ανακτήσεις σε διάφορες εποχές. Γενικά χρονολογείται στον 4ο -6ο αι. Στα τέλη του 6ου - αρχές 7ου αι. ένα εγκάρσιο τείχος από βορρά προς νότο με έναν πεντάπλευρο πύργο περιόρισε την πόλη κατά το 1/4. Μέσα στην περιτειχισμένη έκταση ανασκάφησαν τέσσερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές που συμβατικά έχουν ονομαστεί βασιλικές Α, Β, Γ, Δ, ένα περίκεντρο κτίριο, μια δεξαμενή και τμήματα οικιών. Οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Αμφίπολης είναι μικρά κτίσματα σε σχέση με αυτά των Φιλίππων και Θεσσαλονίκης. Ανήκουν στον τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής, τύπος που επικράτησε στην παλαιοχριστιανική εποχή σε όλη τη μεσογειακή λεκάνη. Κοσμούνται όμως με εξαίρετα αρχιτεκτονικά γλυπτά και ψηφιδωτά δάπεδα. Βασιλική Α: Είναι το πρώτο χριστιανικό κτίριο που εντοπίστηκε. Είναι τρίκλιτη με νάρθηκα, εξωνάρθηκα και αίθριο και διάφορα προσκτίσματα. Χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες από τις οποίες βρέθηκαν αρκετοί κίονες με τα κιόνοκρανά τους. Διατηρείται επίσης η βάση του άμβωνα με αντωπή κλίμακα και ο στυλοβάτης από το φράγμα του πρεσβυτερίου. Το δάπεδο του μεσαίου κλίτους και του νάρθηκα ήταν από μαρμάρινες πλάκες, ενώ στα πλάγια κλίτη και στον εξωνάρθηκα υπήρχαν ψηφιδωτά, από τα οποία διατηρούνται αυτά του νοτίου κλίτους, καθώς και αυτά του νάρθηκα. Η βασιλική χρονολογείται με βάση τον αρχιτεκτονικό διάκοσμο στα μέσα του 6ο αι. Το εγκάρσιο τείχος που διήλθε από πάνω της την αχρήστευσε. Βασιλική Β: Βρίσκεται κοντά στη βοριοανατολική γωνία του οχυρωματικού περιβόλου. Εντοπίστηκε τη δεκαετία του 1940 από τον Δημήτριο Λαζαρίδη. Είναι τρίκλιτη με νάρθηκα και αίθριο. Στη βόρεια πλευρά του αιθρίου και του νάρθηκα αναπτύσσονται τέσερις βοηθητικοί χώροι. Το μεσαίο κλίτος έφερε μαρμάρινο δάπεδο, ενώ τα πλάγια κλίτη ψηφιδωτά από τα οποία ελάχιστα διατηρήθηκαν. Χρονολογείται στον 6ο αι. Βασιλική Γ: Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της πόλης, λίγα μέτρα βοριοδυτικά της βασιλικής Α. Είναι τρίκλιτη με νάρθηκα και αίθριο, το οποίο είναι τοποθετημένο στη νότια πλευρά της αντί στη δυτική.΄Εφερε ψηφιδωτά δάπεδα με πλούσιο φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο σε όλους τους χώρους της. Στο χώρο του ιερού βήματος σώζεται μεταγενέστερο μονόχωρο ναϋδριο. Χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. Η κατασκευή του μεταγενέστερου εγκάρσιου κλίτους την άφησε εκτός της τειχισμένης έκτασης. Βασιλική Δ: Η τελευταία βασιλική στη σειρά αποκάλυψης, αλλά μάλλον η πρωιμότερη χρονολογικά (β΄μισό 5ου αι.). Είναι τρίκλιτη με νάρθηκα, αίθριο και διάφορα προσκτίσματα που αναπτύσσονται στη βόρεια και νότια πλευρά του. Στο εσωτερικό της σώζεται ο στυλοβάτης του φράγματος του πρεσβυτερίου και η βάση του άμβωνα. Το μεσαίο κλίτος είχε μαρμάρινο δάπεδο ενώ τα πλάγια πήλινες πλάκες. Από το αίθριο διατηρείται ο στυλοβάτης του περιστυλίου και κίονες που τοποθετήθηκαν στη θέση τους. Ο περίκεντρος ναός αποτελεί σαν αρχιτεκτονική σύνθεση το επιβλητικότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της πόλης και είναι από τους λίγους περίκεντρους ναούς αυτής της περιόδου στον ελλαδικό χώρο. Πυρήνας του ναού είναι ένα κεντρικό εξάγωνο που περιβάλλεται από περιφερειακό διάδρομο οκταγωνικής κάτοψης. Στα ανατολικά εξέχει η πεντάπλευρη εξωτερικά κόγχη του ιερού βήματος που πλαισιώνεται από δυο ορθογωνίους χώρους. Ολόκληρος ο ναός κοσμείται με πλούσια μαρμαροθετήματα που σε μερικά σημεία διασώζονται σε πολύ καλή κατάσταση. (Συντάκτης: Σταυρούλα Δαδάκη, αρχαιολόγος)
Η Αμφίπολις υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα. Αθηναϊκή αποικία, ιδρύθηκε το 437/6 από το στρατηγό Άγνωνα στη θέση παλαιότερου οικισμού γνωστού με το όνομα Εννέα οδοί. Σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής και έδρα της διοικητικής περιφέρειας "Μακεδόνων Πρώτης" κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, αποτέλεσε έδρα επισκόπου κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους και αξιόλογο θρησκευτικό κέντρο. Η διέλευση της Εγνατίας οδού από την Αμφίπολη συνετέλεσε στο να διατηρήσει τη σημασία και τη σπουδαιότητά της και στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Μέσω της Εγνατίας πέρασε από τηνπόλη ο Απόστολος Παύλος το 49/50 μ.Χ. καθ' οδόν από Φιλίππους προς Θεσσαλονίκη. Το μέγεθος και η λαμπρότητα των θρησκευτικών κτιρίων μαρτυρούν το δυναμισμό της παλαιοχριστιανικής πόλης. Στα μέσα του 6ου αι. μ.Χ. παρατηρείται καταστροφή των μνημείων της και συρρίκνωση της πόλης, φαινόμενο που εντοπίζεται σε όλα τα παλαιοχριστιανικά αστικά κέντρα της μεσογειακής λεκάνης και αντανακλά την κρίσιμη περίοδο που διέρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία την εποχή αυτή. Η απουσία της Αμφίπολης από τις πηγές από τα τέλη του 7ου αι. και μετά (τελευταία μνεία της επισκοπής Αμφιπόλεως στα 692) υποδηλώνει τη ραγδαία παρακμή και εγκατάλειψή της. Από τον 10ο αι. και μετά το οικιστικό κέντρο μετατοπίζεται στα παράλια, στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου μια νέα πόλη εμφανίζεται, κατά τα πρότυπα των μεσοβυζαντινών πόλεων-κάστρων. Το όνομα της Αμφίπολης αναφέρεται πλέον από βυζαντινούς συγγραφείς που χρησιμοποιούν την αρχαΐζουσα γλώσσα. Η θέση της όμως σε στρατηγικό σημείο για τη διάβαση του Στρυμόνα στον κάτω ρου, βοηθεί στη διατήρηση κάποιας οικιστικής δραστηριότητας, κυρίως στα σημεία διαβάσεων του ποταμού. Ο οικισμός, γνωστός στις βυζαντινές πηγές ως "Μαρμάριον", εντοπίζεται βορείως του σημερινού χωριού, έξω από την τειχισμένη αρχαία πόλη και κοντά στη διάβαση του ποταμού Στρυμόνα, γνωστή ως Πόρος του Μαρμαρίου, όπου βρίσκεται και η αρχαία ξύλινη γέφυρα. Στα μέσα του 14ου αι. στην περιοχή της Αμφίπολης δραστηροποιούνται οι τυχοδιώκτες αδελφοί Αλέξιος και Ιωάννης, οι οποίοι ως σύμμαχοι του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου αποσπούν την περιοχή από τους Σέρβους. Στα 1367 ανήγειραν πύργο τον οποίο αφιέρωσαν στη μονή Παντοκράτορος. Ο πύργος υψώνεται στα πρώτα πρανή του λόφου, κοντά στον οικισμό του Μαρμαρίου και σώζεται κατά το ήμισυ. Μαζί με τον πύργο του Χάνδακα στην αντίπερα όχθη, κτήμα της Μονής Ζωγράφου, ήταν σημεία συγκέντρωσης και διακίνησης της αγροτικής παραγωγής της ενδοχώρας του Στρυμόνα. Το Μαρμάριον ως οικισμός επέζησε ως τους πρώιμους οθωμανικούς χρόνους μια και στη γέφυρα του έφθαναν τα πλοία που εισέπλεαν το στόμιο του Στρυμόνα. Τελευταία αναφέρεται στα 1547 από τον περιηγητή Belon, ενώ η Χρυσούπολη είχε ήδη παρακμάσει. Το πέρασμα ωστόστο του ποταμού στο σημείο αυτό διατηρήθηκε έως τον 18ο-19ο αι. Από τον 18ο αι. ένας νέος οικισμός με το όνομα Νεοχώρι αναπτύχθηκε στην πλαγιά του λόφου και πιο κοντά στα ερείπια της αρχαίας και χριστιανικής Αμφίπολης. Σήμερα ο σύγχρονος οικισμός απλώνεται σε τμήμα της περιτειχισμένης αρχαίας πόλης και βόρεια της παλαιοχριστιανικής. (Συντάκτης: Σταυρούλα Δαδάκη, αρχαιολόγος)
- Managing authority
- ΕΦ.Α. Σερρών
When to come
Opening hours: 08:30-15:00
How to get here
Από την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, διασταύρωση με επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης-Δράμας, διεύλευση μέσα από το σύγχρονο οικισμό Αμφίπολη.
Checkpoint, inspection elements and outdoor routes.
Legend
- Archaeological Site — Παλαιοχριστιανική Αμφίπολις
What you can see & do
Activities & facilities
- Parking
Contact & help
- Contact
- Τηλέφωνο: +30 23220 32474